Σκόρπιες λέξεις, σκάρτες σκέψεις,
σάπια βλέμματα να σε κοιτούν.
Νεκρές ανάσες σε τρύπιες κάσες,
σιωπές με νεύματα να σου μιλούν.
Κι ίσως λες να αντέξεις.
Ίσως λες, μα φοβάσαι.
Αγγέλων δαιμόνια, γλιστρούν υποχθόνια,
στο μυαλό σου χορεύουν.
Θες δε θες θα χορέψεις, το παιχνίδι θα παίξεις,
στο χορό τους σε σέρνουν.
Και γελιέσαι για χρόνια,
τυραννιέσαι στις σκέψεις.
Ξεγελιέσαι αιώνια.
Κι ίσως λες να τ’ αντέξεις…
Με μια ελπίδα άνεργη
σ’ όνειρα απολυμένα. Σε ψάχνω.
Έχω ξεχάσει από καιρό
τι θύμιζε σ’ εμένα. Με χάνω.
Κρατώ το στόμα μου κλειστό
τα χέρια μου δεμένα. Με ψάχνω.
Με την ψυχή μου άεργη
σκουριάσανε τα φρένα. Σε χάνω.
Είναι οι σκέψεις μου καράβι
Σε αταξίδευτο λιμάνι
Και τα όνειρα μου αγέρας
Σε ταξίδι δίχως πέρας
Κι αν τα θέλω μου κύματα άγρια
Μες τα πρέπει σας τα άδεια
Κι αν η λογική μου τρέλα
Μες του κόσμου σας την λέρα
Κι αν τα γούστα μου αμαρτήματα
Στων καιρών σας τα συνθήματα
Κι αν δικά μου εγκλήματα
Είν’ δικά σας κρίματα
Σκόνη άμμου γίνομαι
Στον αγέρα αφήνομαι
Συνεχίζει το καράβι
Στο αταξίδευτο λιμάνι
Σκέψεις τρελές ανήσυχες εισβάλλουν στο μυαλό μου,
κι αναστατώνουνε πολύ τον ήρεμο τον βιο μου.
Υποψιάζομαι πολλά, φαντάζομαι καμπόσα
και σβούρες φέρνει ο εγκέφαλος, με μπερδεμένα κρόσσια.
Σκέψεις ακατανόητες περνούν απ’ το μυαλό μου,
κι ήσυχο δε μ’ αφήνουνε γαμώ το κέρατό μου.
Κόλαση μετατρέπεται ο παράδεισος του νου μου,
Συγχέω συναισθήματα για φίλους και γνωστούς μου.
Ψάχνω να βρω το φάρμακο, να βρω το γιατρικό μου,
νά βρω την ηρεμία μου, να βρω τον εαυτό μου.
Θα πάω να πάρω τα βουνα, πουτάνα κοινωνία
έτσι που με κατάντησες, ρομπότ σ’ αμηχανία.
Θα πάω στα όρη στα βουνά, κουφάλα κοινωνία,
εσύ που έτσι μ’ έκανες ρομπότ για εργασία.
Εσύ που με κατάντησες ρομπότ με μπαταρία.
Ρομπότ σ’ αμηχανία
ρομπότ για εργασία
ρομπότ με μπαταρία.